Η προέλευση ενός αγροτικού προϊόντος δεν χρειάζεται να μένει κρυφή πίσω από την ετικέτα. Μια πλατφόρμα ιχνηλασιμότητας αγροτικών προϊόντων συνδέει κάθε προϊόν με πληροφορίες για την πορεία του, ενώ ένας κωδικός QR μπορεί να δίνει στον καταναλωτή πρόσβαση σε στοιχεία προέλευσης, παραγωγού και ποικιλίας. Το προτεινόμενο Εθνικό Σύστημα Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας προβλέπει τη χρήση QR και γραμμωτού κώδικα.
Είναι εύλογο να θέλετε να γνωρίζετε από πού προέρχεται αυτό που αγοράζετε και τι μπορεί να τεκμηριώσει ένας κωδικός. Η ιχνηλασιμότητα δεν περιορίζεται στην ανάγνωση μιας ετικέτας: καταγράφει την πορεία προϊόντων ή παρτίδων, ώστε να εντοπίζονται σε διαφορετικά στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Σε αυτό το άρθρο θα δείτε τι εξυπηρετεί η ιχνηλασιμότητα, πώς το QR και ο γραμμωτός κώδικας μεταφέρουν πληροφορίες στον καταναλωτή και ποια σχετικά έργα σχεδιάζονται ή υλοποιούνται στην Ελλάδα. Θα ξεχωρίσουμε επίσης την ενημέρωση του κοινού από την καταγραφή και ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των συμμετεχόντων στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Βασικά Συμπεράσματα
- Μάθετε πώς ένας κωδικός QR μπορεί να συνδέει τον καταναλωτή με πληροφορίες για την προέλευση, τον παραγωγό και τα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος.
- Κατανοήστε πώς ένα ενιαίο σύστημα αναγνώρισης μπορεί να καταγράφει τη διαδρομή ενός προϊόντος από το χωράφι έως το ράφι.
- Ξεχωρίστε την ιχνηλασιμότητα, που συνδέει προϊόντα και παρτίδες με τα στάδια της πορείας τους, από τους ελέγχους ασφάλειας και ποιότητας.
- Γνωρίστε παραδείγματα ελληνικών έργων και τον ρόλο που μπορούν να έχουν οι ψηφιακές πλατφόρμες, οι εφαρμογές και η τεχνητή νοημοσύνη.
- Δείτε πώς η ανάπτυξη εξατομικευμένου λογισμικού και η τεχνολογική συμβουλευτική μπορούν να στηρίξουν μια λύση προσαρμοσμένη στις ανάγκες της αγροδιατροφικής αλυσίδας.
QR code για ενημέρωση καταναλωτών σχετικά με την προέλευση και τα χαρακτηριστικά προϊόντων
Ένας κωδικός QR μπορεί να λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στη συσκευασία και την ψηφιακή καρτέλα του προϊόντος. Με τη σάρωση, ο καταναλωτής βλέπει πληροφορίες που έχουν καταχωριστεί για την προέλευση, τον παραγωγό και την ποικιλία. Στο παράδειγμα του Εθνικού Συστήματος Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας, μια ντομάτα παρουσιάζεται ως 100% ελληνική και προερχόμενη από τη Θεσσαλία. Το παράδειγμα δείχνει πώς γεωγραφικά στοιχεία μπορούν να εμφανίζονται μαζί με την ταυτότητα του προϊόντος.
Οι πληροφορίες που εμφανίζονται στην οθόνη εξαρτώνται από τα δεδομένα που συνδέονται με τον κωδικό. Για παράδειγμα, μια ψηφιακή καρτέλα μπορεί να παρουσιάζει την ποικιλία, την περιοχή παραγωγής και στοιχεία του παραγωγού, εφόσον έχουν καταχωριστεί στο σύστημα. Το προτεινόμενο εθνικό σύστημα προβλέπει QR code και barcode για τα προϊόντα, με πληροφορίες για την προέλευση, τον παραγωγό και την ποικιλία. Ο κωδικός δεν αποδεικνύει κάτι από μόνος του, αλλά παραπέμπει στα δεδομένα που τηρεί η πλατφόρμα.
Το QR μπορεί να προσφέρει περισσότερες πληροφορίες από όσες χωρούν σε μια ετικέτα. Για παράδειγμα, σε ένα προϊόν που παρουσιάζεται ως βιολογικό, η ψηφιακή καρτέλα μπορεί να εμφανίζει σχετικά στοιχεία καλλιέργειας και καταχωρισμένη τεκμηρίωση. Τα συστήματα ιχνηλασιμότητας μπορούν να επικυρώνουν χαρακτηριστικά, όπως τις βιολογικές μεθόδους καλλιέργειας. Η αξιοπιστία, ωστόσο, εξαρτάται από την ποιότητα και την προέλευση των δεδομένων, καθώς και από τους ελέγχους που τα στηρίζουν. Η εμφάνιση ενός ισχυρισμού δεν ισοδυναμεί με πιστοποίηση.
Το προτεινόμενο σύστημα προβλέπει πρόσβαση και με σύντομο αριθμητικό κωδικό, όπως έναν 6ψήφιο κωδικό. Αυτή η επιλογή προσφέρει εναλλακτική όταν η σάρωση δεν είναι πρακτική. Για σωστή χρήση, ο καταναλωτής μπορεί να σαρώσει τον κωδικό ή να πληκτρολογήσει τον αριθμό και να συγκρίνει τα στοιχεία της καρτέλας με την ετικέτα. Αν η συσκευασία αναφέρει Θεσσαλία, η ψηφιακή πληροφορία για την περιοχή πρέπει να συμφωνεί.
Η πλατφόρμα μπορεί να συνδέεται με ERP, γεωργικές εφαρμογές και συστήματα πιστοποίησης μέσω ανταλλαγής επιλεγμένων δεδομένων. Για παράδειγμα, μια καταχώριση παρτίδας στο ERP μπορεί να συνδεθεί με στοιχεία καλλιέργειας και σχετικά τεκμήρια πιστοποίησης, ώστε να εμφανίζονται στην καρτέλα QR. Η αντιστοίχιση των πεδίων και η καταγραφή του υπευθύνου για κάθε πληροφορία βοηθούν να διατηρείται συνεπής εικόνα.
Για έναν παραγωγό ή συνεταιρισμό, χρήσιμο πρώτο βήμα είναι να ορίσει ποια στοιχεία θα βλέπει ο καταναλωτής και ποια χρειάζονται τεκμηρίωση. Στη συνέχεια, καταγράφει τα δεδομένα ανά προϊόν ή παρτίδα και συνδέει τον κωδικό με την αντίστοιχη καρτέλα. Έτσι, η σάρωση δεν είναι απλώς μια τεχνολογική λειτουργία, αλλά ένας πρακτικός τρόπος παρουσίασης πληροφοριών που βοηθούν τον καταναλωτή να κατανοήσει την προέλευση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Για τον καταναλωτή, η ψηφιακή καρτέλα είναι σημείο ενημέρωσης, όχι αυτόματη απόδειξη ενός ισχυρισμού. Σημασία έχει τι καταχωρίζεται και τι μπορεί να επικυρωθεί. Τα συστήματα ιχνηλασιμότητας μπορούν να επικυρώνουν χαρακτηριστικά προϊόντων, όπως τις βιολογικές μεθόδους καλλιέργειας. Η πληροφορία αποκτά νόημα όταν συνδέεται με στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν και όχι μόνο με μια περιγραφή στην οθόνη.
Το προτεινόμενο σύστημα προβλέπει ότι οι καταναλωτές θα μπορούν να χρησιμοποιούν QR code για να ενημερώνονται για την προέλευση και τα χαρακτηριστικά κάθε προϊόντος. Η πρόσβαση στην ιχνηλασιμότητα προβλέπεται να γίνεται και με σύντομο κωδικό αριθμού, όπως ενός κωδικού 6ψήφιων ψηφίων. Στο παράδειγμα του Εθνικού Συστήματος Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας, η σάρωση εμφανίζει ντομάτα που παρουσιάζεται ως 100% ελληνική και προερχόμενη από τη Θεσσαλία. Η ανάγνωση των στοιχείων ως ενιαίας εικόνας βοηθά τον καταναλωτή να κατανοήσει τι δηλώνεται για το προϊόν.
Ενιαίο ελληνικό barcode από το χωράφι έως το ράφι
Ένα barcode έχει αξία όταν οι επιχειρήσεις της αλυσίδας αναγνωρίζουν το ίδιο προϊόν με συνεπή τρόπο. Το προτεινόμενο σύστημα προβλέπει παρακολούθηση από το χωράφι έως το ράφι και την απόδειξη. Μια πλατφόρμα ιχνηλασιμότητας αγροτικών προϊόντων μπορεί να συνδέει τις καταγραφές των διαφορετικών σταδίων με κοινά αναγνωριστικά. Έτσι, μια παρτίδα ντομάτας μπορεί να συσχετιστεί με την παραγωγή, την αποστολή, την παραλαβή και την πώλησή της. Κάθε εγγραφή προσθέτει ένα σημείο στη διαδρομή, χωρίς να χρειάζεται να εμφανίζονται στον καταναλωτή όλα τα επιχειρησιακά δεδομένα.
Τα πρότυπα GS1 προσφέρουν κοινό τρόπο αναγνώρισης προϊόντων και θέσεων. Το GTIN ταυτοποιεί ένα είδος που κινείται στην αλυσίδα εφοδιασμού, ενώ το GLN αναγνωρίζει μια θέση, όπως σημείο αποστολής ή εγκατάσταση. Σύμφωνα με τον GS1 Association Greece, ο οργανισμός είναι ο εξουσιοδοτημένος φορέας στην Ελλάδα για την απόδοση εταιρικών προθεμάτων κωδικών 520 και 521. Τα προθέματα αυτά αναγνωρίζουν εταιρείες στο σύστημα κωδικοποίησης. Δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη ελληνικής καλλιέργειας ή προέλευσης.
Η αναγνώριση συμπληρώνεται από την καταγραφή γεγονότων. Το GS1 Global Traceability Standard χρησιμοποιεί τα CTE για τα κρίσιμα γεγονότα στον κύκλο ζωής προϊόντος και τα KDE για τα δεδομένα που τα περιγράφουν. Για μια παρτίδα ελαιολάδου, γεγονός μπορεί να είναι η παραλαβή από μονάδα επεξεργασίας. Τα σχετικά δεδομένα μπορούν να περιγράφουν την παρτίδα και τη θέση της. Μια πλατφόρμα ιχνηλασιμότητας αγροτικών προϊόντων συνδέει τέτοιες εγγραφές, ώστε να διακρίνεται ποια πληροφορία αφορά κάθε στάδιο.
Το EPCIS επιτρέπει στους εμπορικούς εταίρους να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τη φυσική κίνηση και την κατάσταση των προϊόντων. Για παράδειγμα, ο παραγωγός καταγράφει την αποστολή μιας παρτίδας και ο επόμενος κρίκος την παραλαβή της. Η αντιστοίχιση των εγγραφών βοηθά να εντοπίζεται η συνέχεια της διαδρομής. Τα πρότυπα GS1 βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και τη διαφάνεια των αλυσίδων εφοδιασμού σε 25 τομείς.
Για να εφαρμοστούν αυτά στην επιχείρηση, χαρτογραφήστε πρώτα τα σημεία όπου αλλάζει η ευθύνη ή η κατάσταση του προϊόντος. Έπειτα, ορίστε ποια στοιχεία καταγράφονται σε κάθε στάδιο και ποιος ενημερώνει τις εγγραφές. Το πρότυπο GS1 δεν προορίζεται για εσωτερική ιχνηλασιμότητα, όμως τα εισερχόμενα και εξερχόμενα στοιχεία μπορούν να συνδεθούν με εσωτερικό σύστημα. Έτσι, κοινά αναγνωριστικά μπορούν να συνυπάρχουν με λεπτομερέστερες καταγραφές παραγωγής.
Η καταγραφή σε κάθε στάδιο μπορεί να βοηθήσει στη διερεύνηση αποκλίσεων. Αν ένα εισαγόμενο προϊόν παρουσιαστεί ως ελληνικό, το προτεινόμενο σύστημα προβλέπει άμεση καταγγελία και έλεγχο. Για να είναι χρήσιμη η διερεύνηση, τα στοιχεία προέλευσης και ποιότητας πρέπει να συνδέονται με τις κινήσεις της παρτίδας. Το barcode διευκολύνει αυτή τη σύνδεση, αλλά η πληρότητα εξαρτάται από τις πληροφορίες που καταχωρίζουν οι συμμετέχοντες. Χωρίς συνεπείς εγγραφές, ο κωδικός δεν αποτυπώνει ολόκληρη τη διαδρομή.

Έννοια και ανάγκη της ιχνηλασιμότητας
Σκεφτείτε μια παρτίδα μήλων που ξεκινά από έναν οπωρώνα και φτάνει σε κατάστημα. Η ιχνηλασιμότητα καταγράφει την πορεία της από την πρωτογενή παραγωγή έως τον τελικό πελάτη, συνδέοντας το προϊόν με την προέλευση, την επεξεργασία, τη διανομή και τη διάθεσή του. Έτσι, κάθε στάδιο εντάσσεται στην ίδια διαδρομή. Αν τα μήλα ταξινομηθούν ή συσκευαστούν, οι σχετικές εγγραφές βοηθούν να συνδεθούν τα αρχικά προϊόντα με την παρτίδα που πωλείται.
Η ανάγκη γίνεται σαφής όταν πρέπει να εντοπιστεί γρήγορα μια παρτίδα ή ένα πρόβλημα. Οι καταγραφές βοηθούν μια επιχείρηση να αναζητήσει ποια προϊόντα έφτασαν σε συγκεκριμένο σημείο διανομής και μπορούν να στηρίξουν τον εντοπισμό και την ανάκληση παρτίδας, όταν υπάρχει κίνδυνος. Για παράδειγμα, αν χρειάζεται να διερευνηθεί μια παρτίδα πιπεριών, η επιχείρηση εξετάζει τα διαθέσιμα στοιχεία παραγωγής και διακίνησης. Η ιχνηλασιμότητα οργανώνει αυτή την αναζήτηση.
Ένα περιστατικό E. coli στις ΗΠΑ το 2005 αναφέρεται ως παράδειγμα που ανέδειξε τη σημασία της ιχνηλασιμότητας τροφίμων. Η αξία της καταγραφής φαίνεται στην ανάγκη να εντοπιστεί η σχετική παρτίδα και η διαδρομή της. Χωρίς συνδεδεμένα στοιχεία, η αναζήτηση μπορεί να απαιτεί έλεγχο πολλών αποσπασματικών εγγραφών. Με καταγεγραμμένα στάδια, οι υπεύθυνοι μπορούν να περιορίσουν την έρευνα στα προϊόντα και στις κινήσεις που σχετίζονται με το περιστατικό.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εφαρμογή της ιχνηλασιμότητας ενισχύθηκε μετά από διατροφικά προβλήματα, όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. Παράλληλα, αυξήθηκαν οι απαιτήσεις για τρόφιμα υψηλής ποιότητας. Οι εξελίξεις αυτές ανέδειξαν την ανάγκη σύνδεσης των προϊόντων με συγκεκριμένα στάδια παραγωγής και διάθεσης. Για έναν παραγωγό γάλακτος, για παράδειγμα, η καταγραφή μπορεί να οργανώνει πληροφορίες για την πορεία του προϊόντος προς την επεξεργασία και την αγορά.
Στην Ελλάδα, εισαγόμενα αγροτικά προϊόντα παρουσιάζονται ως ελληνικά σε διάφορα στάδια της εμπορικής αλυσίδας. Παράλληλα, ένα δελτίο αποστολής μπορεί να αναγράφει το προϊόν, χωρίς την προέλευση, την περιοχή ή την ποικιλία. Όταν αυτά τα στοιχεία λείπουν από τα σχετικά αρχεία, δυσκολεύει η σύγκριση του ισχυρισμού με την καταγεγραμμένη διαδρομή. Η καταγραφή προέλευσης και ποιότητας σε κάθε στάδιο βοηθά στον εντοπισμό αποκλίσεων και στη διερεύνηση συγκεκριμένων κινήσεων.
Η πιστοποίηση γεωγραφικής προέλευσης μπορεί να συμβάλει στην αποφυγή νοθείας, ενώ η μέτρηση υπολειμμάτων μπορεί να τεκμηριώσει διαδικασίες καλλιέργειας. Πρόκειται για στοιχεία που προσθέτουν τεκμηρίωση, όχι για υποκατάστατα των ελέγχων. Το πρότυπο ιχνηλασιμότητας GS1 συμπληρώνει τα προγράμματα ασφάλειας και ποιότητας όταν παρουσιάζεται πρόβλημα. Για μια επιχείρηση, πρακτικό πρώτο βήμα είναι να ορίσει ποια δεδομένα καταγράφονται, σε ποιο στάδιο και από ποιον. Έτσι, οι εγγραφές μπορούν να στηρίξουν πιο στοχευμένη διερεύνηση.
Έννοια και σκοπός της ιχνηλασιμότητας
Η ιχνηλασιμότητα εξυπηρετεί δύο διαφορετικές αναζητήσεις: από πού προήλθε ένα προϊόν και πού κατέληξε. Η πρώτη ακολουθεί την αλυσίδα προς τα πίσω, από το σημείο πώλησης προς τον παραγωγό. Η δεύτερη παρακολουθεί την πρώτη ύλη και τα προϊόντα της καθώς κινούνται προς τα εμπρός. Για παράδειγμα, μια επιχείρηση μπορεί να εντοπίσει την προέλευση μιας παρτίδας ελαιολάδου ή να ακολουθήσει την αποστολή της προς τα σημεία διάθεσης.
Η λειτουργία tracing αναζητά την προέλευση προϊόντων ή συστατικών, ακολουθώντας την εφοδιαστική αλυσίδα προς τα πίσω. Η λειτουργία tracking καταγράφει την πορεία προς τον επόμενο κρίκο. Για ένα τυποποιημένο τυρί, το tracing μπορεί να οδηγήσει από τη συσκευασία στα στοιχεία της πρώτης ύλης. Το tracking καταγράφει την κίνηση της παρτίδας από την παραγωγή προς την αποθήκευση και τη διανομή. Μαζί, οι δύο κατευθύνσεις προσφέρουν πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
Για να υποστηριχθεί αυτή η αναζήτηση, οι εγγραφές συνδέουν την ταυτότητα του προϊόντος με τα γεγονότα της διαδρομής του. Ένα σύστημα μπορεί να καταγράφει πληροφορίες για το προϊόν, τη μέθοδο παραγωγής και τις συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς. Σε μια παρτίδα φράουλας, για παράδειγμα, αυτά τα στοιχεία βοηθούν να συνδεθούν η καλλιέργεια, η συσκευασία και η μεταφορά. Η χρησιμότητά τους εξαρτάται από τη συνέπεια των καταχωρίσεων σε κάθε στάδιο.
Βασικός σκοπός είναι ο εντοπισμός ελαττωματικών ή μη ασφαλών προϊόντων και η υποστήριξη της ανάκλησής τους από το ράφι. Αν ένας έλεγχος εντοπίσει πρόβλημα σε συγκεκριμένη παρτίδα, οι σχετικές καταγραφές βοηθούν να προσδιοριστούν τα προϊόντα και οι κινήσεις που συνδέονται με αυτήν. Έτσι, η επιχείρηση μπορεί να εστιάσει τη διερεύνηση στην επηρεαζόμενη παρτίδα, αντί να αναζητά αδιακρίτως όλα τα προϊόντα της ίδιας κατηγορίας.
Η τεχνολογία δεν καθορίζει από μόνη της την ποιότητα των καταχωρίσεων. Η Walmart και η IBM έχουν χρησιμοποιήσει blockchain για την παρακολούθηση και ιχνηλασιμότητα χοιρινού κρέατος και κομμένων μάνγκο. Το παράδειγμα δείχνει ότι διαφορετικές τεχνολογίες μπορούν να υποστηρίξουν την ανταλλαγή πληροφοριών, όχι ότι κάθε σύστημα χρειάζεται blockchain. Η επιλογή εξαρτάται από τους συμμετέχοντες, τα δεδομένα που ανταλλάσσουν και τον τρόπο καταγραφής των κινήσεων.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στην πρόβλεψη της παραγωγής και στη διαχείριση κρίσεων. Συστήματα ανάλυσης δεδομένων μπορούν να αξιοποιούν στοιχεία για τις δυνατότητες παραγωγής ανά περιοχή, ενώ ελληνικοί μικροδορυφόροι μπορούν να υποστηρίζουν την παρακολούθηση παραγωγής και ζημιών στις καλλιέργειες. Για έναν συνεταιρισμό, χρήσιμο πρώτο βήμα είναι να ορίσει ποιο πρόβλημα θέλει να αντιμετωπίσει. Έπειτα, επιλέγει τα αναγκαία δεδομένα και συνδέει τις καταγραφές με τις αποφάσεις που πρέπει να υποστηριχθούν.
Έργα ιχνηλασιμότητας αγροτικών προϊόντων στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Εθνικό Σύστημα Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας. Ο σχεδιασμός του συνδέεται με συνεργασία των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθώς και της ΑΑΔΕ. Στόχος είναι να συνδυαστούν στοιχεία παραγωγής και διακίνησης, ώστε η προέλευση να τεκμηριώνεται σε περισσότερα στάδια. Για τον καταναλωτή προβλέπονται διαδικτυακή πλατφόρμα και εφαρμογή κινητών συσκευών.
Η πιλοτική εφαρμογή περιλαμβάνει ελιές ποικιλίας «Καλαμών». Το παράδειγμα έχει πρακτική αξία, καθώς η ποικιλία μπορεί να συνδεθεί με καταγραφές παραγωγής και επόμενα στάδια επεξεργασίας. Η καταγραφή δεν περιορίζεται στην εμφάνιση μιας ονομασίας, αλλά μπορεί να συνδέει το προϊόν με δεδομένα για την πορεία του. Η ψηφιακή πρόσβαση επιτρέπει στον καταναλωτή να βλέπει την πληροφορία που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο προϊόν.
Ένα άλλο σκέλος του σχεδιασμού αφορά την παρακολούθηση της παραγωγής με ελληνικούς μικροδορυφόρους. Η συνεργασία με φορείς όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η ΑΑΔΕ θα μπορούσε να συμβάλει στην καταγραφή του τι παράγεται σε κάθε χωράφι. Τα δεδομένα μικροδορυφόρων μπορούν επίσης να βοηθήσουν στην παρακολούθηση της παραγωγής και των ζημιών στις καλλιέργειες. Σε περίπτωση ζημιάς, αυτή η εικόνα μπορεί να στηρίξει καλύτερη διαχείριση κρίσεων, μαζί με τις υπόλοιπες διαθέσιμες πληροφορίες.
Παράλληλα, έχει προβλεφθεί ψηφιακή βάση για την πορεία συνεταιριστικών αγροτικών προϊόντων, είτε διατίθενται αυτούσια είτε μεταποιημένα. Η βάση προβλεπόταν να ενημερώνεται με στοιχεία από αγροτικούς συνεταιρισμούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο. Έτσι, η καταγραφή μπορεί να ακολουθεί τα προϊόντα από την παραγωγή έως την κατανάλωση. Για έναν συνεταιρισμό, κρίσιμο πρακτικό βήμα είναι να οργανώσει τις πληροφορίες για κάθε προϊόν και να τις συνδέσει με τα αντίστοιχα στάδια.
Η σύνδεση δεδομένων αποκτά αξία όταν υποστηρίζει αποφάσεις και όχι μόνο την αναζήτηση προέλευσης. Το προβλεπόμενο σύστημα υποστήριξης αποφάσεων θα αξιοποιεί αξιολογήσεις καταναλωτών μέσω εφαρμογής, ιστορικά δεδομένα πωλήσεων και κοστολογικά στοιχεία επιχειρήσεων. Τα μοντέλα προβλέπεται να εξετάζουν δεδομένα, συμπεριφορά και επιλογές καταναλωτών, καθώς και την τμηματοποίηση της αγοράς. Για παράδειγμα, ένας συνεταιρισμός θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτές τις κατηγορίες δεδομένων για να εξετάσει τη σχέση ανάμεσα στις προτιμήσεις και τις πωλήσεις.
Τα έργα αυτά αναδεικνύουν διαφορετικές πλευρές της ψηφιακής ιχνηλασιμότητας: ενημέρωση καταναλωτή, παρακολούθηση αγροτικής παραγωγής και διασύνδεση στοιχείων. Αν εξετάζετε μια αντίστοιχη πρωτοβουλία, ξεκινήστε καταγράφοντας ποια προϊόντα, στάδια και δεδομένα χρειάζεται να καλύψει. Για να συζητήσετε τις τεχνολογικές ανάγκες του έργου σας, επικοινωνήστε με την ομάδα της Distemicha.
Η λειτουργική αξία της τεκμηριωμένης ιχνηλασιμότητας εξαρτάται από το αν η πληροφορία συνοδεύει το προϊόν και είναι προσβάσιμη στον καταναλωτή. Για αυτό, το έργο προβλέπει διαδικτυακή πλατφόρμα και εφαρμογή κινητών συσκευών, ενώ η πιλοτική εφαρμογή περιλαμβάνει ελιές ποικιλίας «Καλαμών». Η πρόσβαση σε καταγεγραμμένα στοιχεία μπορεί να συνδέσει την ενημέρωση του καταναλωτή με ένα συγκεκριμένο προϊόν, αντί να περιορίζεται σε γενικές πληροφορίες για την κατηγορία του. Το Εθνικό Σύστημα Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας σχεδιάζεται σε συνεργασία με τα υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και την ΑΑΔΕ.
Για την παρακολούθηση της παραγωγής προβλέπεται η αξιοποίηση ελληνικών μικροδορυφόρων και η συνεργασία φορέων όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η ΑΑΔΕ. Η διασύνδεση με τα συστήματα της ΑΑΔΕ και του ΟΠΕΚΕΠΕ θα μπορούσε να επιτρέψει την καταγραφή του τι παράγεται σε κάθε χωράφι. Παράλληλα, η ψηφιακή βάση προβλεπόταν να καταγράφει την πορεία συνεταιριστικών αγροτικών προϊόντων, αυτούσιων ή μεταποιημένων, από την παραγωγή έως την κατανάλωση. Οι κατευθύνσεις αυτές αναδεικνύουν τη σημασία σύνδεσης των πληροφοριών παραγωγής με την πορεία του προϊόντος. Έτσι, η ιχνηλασιμότητα μπορεί να καλύπτει διαφορετικά στάδια, από την καταγραφή της καλλιέργειας έως την πρόσβαση του καταναλωτή στα σχετικά στοιχεία.
Distemicha: Custom Software/Web Development
Η Distemicha μπορεί να σας βοηθήσει όταν οι ανάγκες ιχνηλασιμότητας απαιτούν εφαρμογή προσαρμοσμένη στις διαδικασίες της επιχείρησής σας. Με Custom Software/Web Development, σχεδιάζει λύσεις για συγκεκριμένες επιχειρησιακές απαιτήσεις, όπως η οργάνωση στοιχείων προϊόντων, παρτίδων και διαφορετικών σταδίων διακίνησης. Η IT Consulting βοηθά να αποσαφηνιστούν οι ανάγκες, οι χρήστες και τα δεδομένα που πρέπει να υποστηρίζει ένα έργο πριν οριστεί η τεχνική προσέγγιση. Ξεκινήστε καταγράφοντας πώς λειτουργεί σήμερα η αλυσίδα σας και ποια σημεία χρειάζονται καλύτερη ψηφιακή σύνδεση. Έπειτα, συζητήστε τις απαιτήσεις και την κατάλληλη κατεύθυνση με την Distemicha. Επικοινωνήστε με την Distemicha για να συζητήσετε το έργο σας.
Σχεδιάστε το επόμενο ψηφιακό σας βήμα
Για να περάσετε από την ιδέα στην εφαρμογή, μετατρέψτε τις ανάγκες σας σε σαφές πλαίσιο έργου. Καταγράψτε ποια προϊόντα θα καλύπτονται, ποιοι θα χρησιμοποιούν το σύστημα και ποιες πληροφορίες χρειάζεται να βλέπει κάθε ομάδα χρηστών. Ορίστε επίσης πώς θα αξιολογείτε την πληρότητα και τη χρησιμότητα των δεδομένων στην καθημερινή λειτουργία. Ένα οργανωμένο αρχικό πλάνο βοηθά να συζητηθούν με σαφήνεια οι προτεραιότητες και οι τεχνικές επιλογές.
Η Distemicha συζητά μαζί σας τις απαιτήσεις του έργου και την κατάλληλη κατεύθυνση υλοποίησης. Επικοινωνήστε με τη Distemicha για να εξετάσετε το επόμενο βήμα της ιδέας σας.



